Περιοδικές εκθέσεις

Διαδικτυακή παρουσίαση (Μάρτιος 2021)

Απο-τυπώματα γυναικών

Η Ημέρα της Γυναίκας είναι ο παγκόσμιος εορτασμός της συμβολής και των επιτευγμάτων των γυναικών στην οικονομία, την επιστήμη, την πολιτική, αλλά και την τέχνη. Η 8η Μαρτίου δεν είναι η μοναδική ημέρα του χρόνου, φυσικά, κατά την οποία προβάλλεται σε ολόκληρο τον κόσμο το έργο των γυναικών, αλλά αποτελεί μια εξαιρετική ευκαιρία για την υπενθύμισή του και για την ενίσχυση της ισότητας των φύλων στις κοινωνίες. Η ζωή και η δράση των γυναικών, η πολυπλοκότητα της θηλυκότητας, η γυναικεία ομορφιά, αλλά και η δύναμη της καθημερινής γυναίκας έχουν συχνά αποτυπωθεί και στην τέχνη. Στη συλλογή της Πινακοθήκης Χαρακτικής του Δήμου Ζίτσας ανήκουν πολλά έργα που απεικονίζουν τις διαφορετικές όψεις των γυναικών ή έχουν φιλοτεχνηθεί από γυναίκες δημιουργούς. Στα επιλεγμένα χαρακτικά που ακολουθούν παρουσιάζονται μερικά από τα «Απο-τυπώματα» των γυναικών στις δημιουργίες των Νεοελλήνων χαρακτών που ανήκουν στην Πινακοθήκη.

Ελένη Μάργαρη, Ιστορικός Τέχνης

Νίκος Νικολάου (1909-1986), Κορίτσι με ρόδι, έγχρωμη μεταξοτυπία, 54 x 39 εκ., 177/180.

Η σαρκώδης γυμνή γυναικεία μορφή υπήρξε βασικό θέμα της ζωγραφικής του Νίκου Νικολάου. Στο Κορίτσι με ρόδι την απεικονίζει ως το στήθος, με τα χέρια ανασηκωμένα, να κρατά ένα ρόδι. Το πάλλευκο δέρμα της έρχεται σε αντίθεση με το βαθυκόκκινο χρώμα του φρούτου και με τα βαθιά καστανά της μαλλιά. Ο καλλιτέχνης απεικόνισε τη μορφή της λιτά, συνοπτικά, χωρίς λεπτομέρειες. Η σχεδόν σχηματοποιημένη γυναίκα, ωστόσο, αποπνέει ομορφιά και θηλυκότητα με τα καθαρά, αρμονικά της χαρακτηριστικά. Το ρόδι, μάλιστα, θεωρούνταν από την αρχαιότητα ο ιερός καρπός της Αφροδίτης, σύμβολο του πόθου, της γονιμότητας και του ευτυχισμένου γάμου. Ίσως, λοιπόν, το Κορίτσι του Νικολάου αποτελεί τη δική του θεά της ομορφιάς και της ευγονίας.

Ο Νίκος Νικολάου σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, με δασκάλους τους Κωστή Παρθένη (1878/79-1967) και Ουμβέρτο Αργυρό (1882-1963). Στην καλλιτεχνική του σταδιοδρομία ασχολήθηκε με τη νωπογραφία, φιλοτέχνησε σκηνικά και κοστούμια για το θέατρο, ενώ στη ζωγραφική του, εκτός από τη γυναικεία μορφή, απεικόνισε τοπία και νεκρές φύσεις.

Βάσω Κατράκη (1909-1988), Γυμνό, π. 1955, χάραγμα σε πέτρα, 38 x 17 εκ., 3/10.

Η γυναίκα στέκει όρθια μπροστά στο θεατή αποκαλύπτοντάς του το ολόγυμνο σώμα της. Η γυμνή, μετωπική παρουσίασή της, ωστόσο, δεν αποπνέει προκλητικό ερωτισμό. Η συνοπτικά αποδοσμένη μορφή, τα σχεδόν σχηματοποιημένα χαρακτηριστικά του σώματος τής προσδίδουν μιαν αρχετυπική διάσταση. Η νέα μοιάζει περισσότερο με απεικόνιση μιας θεότητας της γονιμότητας και της ομορφιάς, παρά με μια πραγματική γυναίκα. Η χαράκτρια Βάσω Κατράκη έχει σκαλίσει τη μορφή της πάνω σε πέτρα, σε ψαμμίτη λίθο, μια τεχνική που εφάρμοζε από τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Με τα σύνεργα του γλύπτη λάξευε επάνω στην πέτρα το θέμα της, αποδίδοντάς το γενικευτικά, χωρίς περιττές λεπτομέρειες. Η τεχνική αυτή υπήρξε πρωτοποριακή και της χάρισε διεθνή φήμη και βραβεία χαρακτικής στη Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας (1958) και στη Μπιενάλε της Βενετίας (1958, 1966).

Η Βάσω Κατράκη σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας με τον Κωστή Παρθένη (1878/79-1967) και χαρακτική με τον Γιάννη Κεφαλληνό (1893-1957). Στα έργα της χάραξε όλα τα σημαντικά γεγονότα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, την Κατοχή, την Αντίσταση, τη Δικτατορία, και απεικόνισε σε αυτά πανανθρώπινες αξίες και ιδανικά. Η γυναίκα αποτέλεσε βασικό θέμα της δημιουργίας της, καθώς παρουσίασε κάθε όψη της μορφής και κάθε πτυχή της ζωής της: την καθημερινότητά της, τη μητρότητα, τη συντροφικότητα, την αγωνιστικότητα, αλλά και την ομορφιά της.

Τηλέμαχος Κάνθος (1910-1993), Θρήνος γυναικών (από τη σειρά «Σκληροί χρόνοι»), 1976, ξυλογραφία σε πλάγιο ξύλο, 34 x 29,7 εκ., 25/90.

Δυο γυναίκες κυριαρχούν με τις μαυροφορεμένες μορφές τους στη σύνθεση. Στα πρόσωπά τους είναι χαραγμένος αβάσταχτος πόνος, με τα μάτια κλειστά και τα χείλη παραμορφωμένα από το θρήνο. Τα χέρια της μιας γυναίκας συσπώνται σε εκφραστικές κινήσεις που αποκαλύπτουν το μέγεθος της θλίψης και της απελπισίας της. Ο Κύπριος καλλιτέχνης Τηλέμαχος Κάνθος φιλοτέχνησε το 1976 μια σειρά δώδεκα χαρακτικών, με τον τίτλο Σκληροί χρόνοι, στην οποία ανήκει και ο Θρήνος γυναικών. Στους Σκληρούς χρόνους ο καλλιτέχνης αποτύπωσε στιγμές της σύγχρονης ιστορίας της πατρίδας του, το Δεκέμβριο του 1963 και το καλοκαίρι του 1974, που οδήγησαν στη διχοτόμησή της. Δεν παρουσίασε, όμως, τα ακριβή ιστορικά γεγονότα, αλλά τον αντίκτυπό τους στους συμπατριώτες του. Στο Θρήνο γυναικών απεικονίζει τον ανείπωτο πόνο δυο Κυπρίων που έχουν χάσει τους οικείους τους, όπως μαρτυρούν τα μαύρα ρούχα και μαντίλια τους. Μπορεί να είναι μητέρες αγνοουμένων ή πεσόντων στις μάχες, γυναίκες που έχασαν το σπιτικό ή την οικογένειά τους, ακόμη και αλληγορικές απεικονίσεις της ίδιας της συντετριμμένης Κύπρου.

Ο Τηλέμαχος Κάνθος θεωρείται από τους πρωτεργάτες των εικαστικών τεχνών στην Κύπρο. Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας κοντά στους Σπυρίδωνα Βικάτο (1878-196), Δημήτριο Μπισκίνη (1891-1947) και Ουμβέρτο Αργυρό (1882-1963) και έμαθε τη χαρακτική στο εργαστήριο του Γιάννη Κεφαλληνού (1894-1957).

Βάλιας Σεμερτζίδης (1911-1983), Υφάντρα, έγχρωμη μεταξοτυπία, 67,5 x 46,5 εκ., 135/180.

Τη γυναίκα του μόχθου και της δημιουργίας απεικόνισε στο έργο του ο χαράκτης και ζωγράφος Βάλιας Σεμερτζίδης. Η Υφάντρα του κάθεται στον αργαλειό, η μορφή της διαγράφεται πάνω στις γραμμές των νημάτων, έτοιμη να ξεκινήσει την εργασία της. Ο καλλιτέχνης δεν απεικόνισε το είδος του υφαντού που ετοιμάζει, ούτε το μοτίβο του· το απέδωσε με τόνους ουδέτερους, αφαιρετικά, χωρίς λεπτομέρειες. Ο Σεμερτζίδης επικεντρώθηκε στη φυσιογνωμία της, στο προφίλ του προσώπου της αναδεικνύοντας και την πνευματικότητα της μορφής της. Τα δυνατά χέρια της, με τις τονισμένες αρθρώσεις, είναι η απόδειξη της δύσκολης χειρωνακτικής δουλειάς και της σημαντικής προσφοράς της. Διότι η ενασχόληση της γυναίκας με την υφαντική υπήρξε προαιώνια, μια και εκείνη από τα αρχαία χρόνια εφοδίαζε την οικογένεια και την κοινωνία με όλων των ειδών τα υφάσματα.

Ο Βάλιας Σεμερτζίδης γεννήθηκε στη Ρωσία και σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας στο εργαστήριο του Κωστή Παρθένη (1878-1967). Κατά τη διάρκεια της Κατοχής εντάχθηκε στην Αντίσταση και, στα βουνά της Ευρυτανίας, αποτύπωσε στα έργα του τη δράση και τον αγώνα των Ανταρτών. Μετά τον πόλεμο ασχολήθηκε με τη χαρακτική και επινόησε μια δική του τεχνική, την οποία ονόμασε «εγχάρακτη ζωγραφική», που βασίζεται στην οξείδωση του τσίγκου και του χαλκού. Ο Σεμερτζίδης υπήρξε έντονα πολιτικοποιημένος και ασχολήθηκε στην τέχνη του κυρίως με τους ανθρώπους του μόχθου. Η Υφάντρα του είναι φιλοτεχνημένη σύμφωνα με τον προσωπικό του εξπρεσιονιστικό σοσιαλιστικό ρεαλισμό και αποδίδεται με ανθρωπιά και ευαισθησία, μια και επέλεξε να την παρουσιάσει κατά τη διάρκεια της ανάπαυλας από την εργασία της.

Λουκία Μαγγιώρου (1914-2008), Κορίτσι, 1950, ξυλογραφία σε πλάγιο ξύλο, 34,8 x 21 εκ.

Ένα κορίτσι απεικονίζεται στο χαρακτικό της ζωγράφου και χαράκτριας Λουκίας Μαγγιώρου. Η νέα γυναίκα είναι ντυμένη με ρούχα της εποχής: ο γιακάς του πουκαμίσου της ξεπροβάλλει μέσα από τη πλεκτή μπλούζα και το πανωφόρι της διακρίνεται από το φαρδύ διπλό πέτο του. Τα μαλλιά της, επίσης, είναι χτενισμένα απλά, σύμφωνα με το συρμό των χρόνων εκείνων, με τη χωρίστρα στο πλάι και λυτά στους ώμους. Η φρεσκάδα της νιότης της, που αποδίδεται με το περίγραμμα του προσώπου και τα σαρκώδη χείλη, προβάλλεται πάνω στη χαραγμένη επιφάνεια και αναδεικνύεται από τα καθημερινά της ρούχα. Στο έργο η καλλιτέχνιδα απεικονίζει τη γυναικεία ομορφιά χωρίς φτιασίδια ή αισθησιασμό, μέσα από το καθαρό βλέμμα και την απλότητα της νεότητας.

Η Λουκία Μαγγιώρου σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με τον Κωστή Παρθένη (1878/79-1967), χαρακτική στο εργαστήριο του Γιάννη Κεφαλληνού (1893-1957) και συνέχισε τις σπουδές της στη χαρακτική στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού. Υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη του ΕΑΜ Καλλιτεχνών και δημιούργησε πολλές ξυλογραφίες, που χρησιμοποιήθηκαν για το τύπωμα αντιστασιακών εντύπων. Από το 1950, τη χρονιά της φιλοτέχνησης του Κοριτσιού, ασχολήθηκε στην τέχνη της περισσότερο με τη ζωγραφική. Υπήρξε σύζυγος του χαράκτη Α. Τάσσου (1914-1985).

Α. Τάσσος (1914-1985), Μαρία, μεταξοτυπία από ξυλογραφία σε πλάγιο ξύλο, 26,5 x 15 εκ., 195/195.

Το πρόσωπο της γυναίκας καταλαμβάνει ολόκληρη τη χαρακτική επιφάνεια. Τα μεγάλα μάτια, τα σαρκώδη χείλη και η ελληνική της κατατομή αποδίδονται με παχιά περιγράμματα. Το πρόσωπό της σκιαγραφείται με πυκνές γραμμές, σαν το αντίστροφο των “φώτων” της βυζαντινής αγιογραφίας, των ανοιχτόχρωμων γραμμών που χρησιμοποιούνται για το σκιοφωτισμό των άγιων μορφών. Βασικός άξονας της τέχνης του χαράκτη Α. Τάσσου υπήρξε ο άνθρωπος της καθημερινότητας, της εργασίας και του αγώνα. Η Μαρία του είναι μια κοπέλα απλή, την οποία ωστόσο αποδίδει ακολουθώντας μια βυζαντινότροπη τεχνοτροπία, με πρόσωπο μακρόστενο, εξαϋλωμένη, σχεδόν υπερβατική. Ίσως πρόκειται για μια προσωπική του εκδοχή της Θεοτόκου Μαρίας. Ή για μια αλληγορική μορφή που αποτίει τιμή σε κάθε γυναίκα.

Ο Α. Τάσσος (Αναστάσιος Αλεβίζος) σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών κοντά στους Θωμά Θωμόπουλο (1873-1937) και Κωστή Παρθένη (1878/79-1967) και υπήρξε ένας από τους πρώτους μαθητές του χαράκτη Γιάννη Κεφαλληνού (1893-1957). Υπήρξε μέλος του ΕΑΜ Καλλιτεχνών και σε όλη τη διάρκεια της ζωής και της καλλιτεχνικής του διαδρομής απεικόνισε στα χαρακτικά του θέματα κοινωνικής και πολιτικής διαμαρτυρίας, αλλά και της ζωής των ανθρώπων του μόχθου. Συνεργάστηκε με τα Ελληνικά Ταχυδρομεία για το σχεδιασμό των ελληνικών γραμματοσήμων (1954-1967) και φιλοτέχνησε όλα τα γραμματόσημα της Κυπριακής Δημοκρατίας (1967-1985). Η Μαρία του, μάλιστα, απεικονίστηκε σε γραμματόσημο των 60 λεπτών στη σειρά του 2011 αφιερωμένη στους Έλληνες χαράκτες του 20ού αιώνα. Υπήρξε σύζυγος της ζωγράφου και χαράκτριας Λουκίας Μαγγιώρου (1914-2008).

Χρίστος Δαγκλής (1916-1991), Φύτεμα καπνού Ι, 1973-75, λιθογραφία, 44 x 59,5 εκ., 371/590.

Δύο αγρότισσες απεικονίζονται σκυμμένες να φυτεύουν καπνά. Οι μορφές τους αποδίδονται με γεωμετρικές σχεδόν φόρμες, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, αλλά και χωρίς να χάνουν την ανθρωπιά τους. Η πιο φυσιοκρατική απόδοση των χεριών και των ποδιών τους, τα οποία βρίσκονται σε άμεση επαφή με τη γη, απεικονίζουν τη δύναμή τους, αναδεικνύουν τη δυσκολία της εργασίας, στην οποία είναι αφοσιωμένες, και τη μεγάλη προσφορά τους με αυτήν στην κοινωνία. Η απόκρυψη του προσώπου τους, που είναι στραμμένο στο έδαφος και κρυμμένο από το καπέλο, τις μετατρέπει σε πανανθρώπινα σύμβολα της αγροτικής εργασίας. Ο ζωγράφος και χαράκτης Χρίστος Δαγκλής επέλεξε μόνο γυναίκες για να απεικονίσει γενικά τον ανθρώπινο μόχθο, αλλά και για να αναδείξει τη δική τους συνεισφορά τους στις εργασίες της γης.

Ο Χρίστος Δαγκλής, που κρατούσε την καταγωγή του από τη Ζίτσα, γεννήθηκε στα Γιάνεννα. Σπούδασε ζωγραφική και χαρακτική στην Αθήνα, στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, με δασκάλους τον Παύλο Μαθιόπουλο (1876-1956), τον Κωστή Παρθένη (1878/79-1967) και τον Γιάννη Κεφαλληνό (1893-1957). Στον Εμφύλιο έζησε δέκα χρόνια στην εξορία (1946-1956), κατά τη διάρκεια των οποίων φιλοτέχνησε ένα τεράστιο όγκο ζωγραφικών έργων και σχεδίων, χαρακτικών, θεατρικών σκηνικών και κουστουμιών. Μετά την απελευθέρωσή του συνέχισε να καταπιάνεται με τη χαρακτική, αλλά αφοσιώθηκε στην απεικόνιση τοπίων, τα οποία συνήθως απέδιδε με την τεχνική της υδατογραφίας.

Κώστας Γραμματόπουλος (1916-2003), Γυμνό με γάτα, 1958, ξυλογραφία σε πλάγιο ξύλο, 28,8 x 38,8 εκ., 12/30.

Έργα του Κώστα Γραμματόπουλου βρίσκονται μέχρι σήμερα στις βιβλιοθήκες πολλών ελληνικών σπιτιών, τα ευρέως γνωστά αλφαβητάρια της Α΄ Δημοτικού του 1949 και του 1955. Η Άννα, η Λόλα, η Έλλη και ο Μίμης, «Τα καλά παιδιά», αγαπήθηκαν από πολλές γενιές μαθητών και το 1956 ο δημιουργός τους βραβεύθηκε γι’ αυτά στη Διεθνή Έκθεση Διδακτικών Βιβλίων του Βελγίου. Ο Γραμματόπουλος είχε σπουδάσει ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλό του τον Ουμβέρτο Αργυρό (1882-1963) και χαρακτική κοντά στον Γιάννη Κεφαλληνό (1893-1957). Το 1959 εκλέχθηκε ο ίδιος καθηγητής στην ΑΚΣΤ, διαμορφώνοντας το προσωπικό καλλιτεχνικό του ύφος, το οποίο αποτυπώθηκε στις μεγάλου μεγέθους έγχρωμες ξυλογραφίες, με θέμα τους τα αιγαιοπελαγίτικα τοπία και τις μυθολογικές σκηνές.

Το έργο Γυμνό με γάτα φιλοτεχνήθηκε στο Παρίσι, όπου ο καλλιτέχνης είχε εγκατασταθεί από το 1954 για να συνεχίσει τις σπουδές του στη ζωγραφική και τη χαρακτική. Η νέα γυναίκα απεικονίζεται ξαπλωμένη στο κρεβάτι, γυμνή, να χαϊδεύει μια μαύρη γάτα δίπλα της. Το σώμα της αποδίδεται με παράλληλες χαραγμένες γραμμές που έρχονται σε αντίθεση με το πλέγμα των χαράξεων του σκεπάσματος του κρεβατιού. Είναι νέα, όμορφη και αισθησιακή. Η μορφή της θυμίζει το ζωγραφικό έργο του Édouard Manet (1832-1883), την Olympia του 1863, την προκλητική ιερόδουλη που πόζαρε ολόγυμνη πάνω στο πολυτελές κρεβάτι της, με μια μαύρη γάτα κι εκείνη στα πόδια της.

Αρέσει σε %d bloggers:
search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close